ΠΑΥΣΗ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ (394): Μία ἀμφιλεγόμενη ἐνέργεια τοῦ Θεο­δοσί­ου Α’

τοῦ Μάνου Ν. Χατζηδάκη

Γιά τόν ἀντικειμενικό ἱστορικό, ὁ Θεοδόσιος Α’ εἶναι τουλάχιστον ἀμφιλεγόμενος. Καταγόμενος ἀπό τήν Δύ­ση (Ἴβηρας) καί ὄχι ἀπό τήν ἑλληνιστική Ἀνατολή, ἦταν ἀπό τίς λίγες πε­ρι­πτώσεις Αὐτοκρα­τόρων πού ἔνοιω­θαν τελείως ξένοι πρός τό ἑλλη­νικό πνεῦμα. Ὑπῆρξε θρησκό­λη­­πτος, φανατικός, εὐμετά­βλη­­­­τος καί ἀπρόβλεπτος. Παρά ταύτα, προσέλαβε ἑπτά ἀντιγραφεῖς, τέσσερεις Ἕλληνες καί τρεῖς Λατίνους, γιά τήν διάσωση χει­ρογράφων.
Στόν τομέα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς ἀτύχησε. Καλλώπισε μέ ἔργα ὅπως ὁ Φόρος τοῦ Ταῦρου καί ἡ Μέση Ὁδός ἀλλά ὅπως γράφει ὁ Ostrogorsky: «Ὁ πληθυσμός περιέπεσε σέ μεγαλύτερη οἰκονομική ἀθλιότητα». Στόν δέ τομέα τῆς ἀσφα­λεί­ας τοῦ Κράτους, ἡ φιλο­γο­τ­θική πο­­­λιτική του, κληροδότησε στήν Αὐτοκρατορία ἕνα τε­ρά­στιο πρό­­βλη­­μα πού τά ἑπόμενα χρό­­νια θά τό πλήρωνε πολύ ἀ­κ­ρι­βά.
Μία πολύ ἀμφιλεγόμενη ἀπόφαση τοῦ Θεο­δοσί­ου Α’ ὑπῆρξε ἡ παῦση τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων τό ἔτος 394.
 
 
Νόμισμα τοῦ Θεο­δοσί­ου Α’
 

ΠΑΝΔΙΔΑΚΤΉΡΙΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ : Tό πνευματικό κέντρο τοῦ μεσαιωνικοῦ Ἑλληνισμοῦ.

τοῦ Μάνου Ν. Χατζηδάκη

Σύμφωνα μέ τόν Μαλάλα ἀλλά καί κατά τόν F. Fuchs, Πανεπιστήμιο στήν Κωνσταντινού­πο­λη ἱδρύθηκε ἀρχικά ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντῖνο («Die Schulen von Konstantinopel im Mittelalter», Berlin 1926).
  • Ἡ ἀναδιο­ργάνωση τοῦ 425 μ.Χ. & ὁ ἑλλη­νι­κός χαρακτῆρας του
Στίς 27 Φεβρου­α­ρί­ου τοῦ 425 ἀναδιο­ργανώ­θη­κε μέ νόμομέ συμβολή τῆς Ἀθηναίας αὐτοκράτειρας Ἀθη­­­ναϊδος - Εὐ­δο­κίας, Ἀπέκτησε τότε, 10 ἕδρες Ἑλληνικῆς Γραμματικῆς καί ἄλλες 10 Λατινικῆς. Ἐπίσης 5 ἕδρες Ἑλληνικῆς Ρητορικῆς καί μόνο 3 Λατινικῆς. Μία ἕδρα Ἑλληνικῆς Φιλοσοφίας καί δύο ἕδρες Νο­μικῆς. Τά ἑλληνικά ὑπερτερ­οῦ­σαν τῶν λατινι­κῶν, ὑπερ­τεροῦσαν οἱ Ἕλληνες καθηγη­τές καί διδασκόταν Φιλοσοφία, Ρη­­­τορική, Νομικά, Ἑλληνική καί Λα­τινική γραμματεία. Ἐπρόκειτο γιά πανηγυρική ἀνα­γνώ­ριση τοῦ ἑλλη­νι­κοῦ πολι­τι­στι­κοῦ χαρα­κτή­­ρος τῆς Πόλεως. Ὁ Georg Ostrogorski ἐπισημαίνει: «Ὁ ἐξελληνισμός τῆς Ἀνα­το­λῆς προ­χω­­ροῦσε ἀσταμάτητα καί ἐπιβλήθηκε σέ μεγάλη ἔκ­τα­­­ση στήν ἐποχή τοῦ Θεοδοσίου Β’ καί τῆς αὐτοκράτειρας Ἀθη­­­ναϊδος - Εὐ­δο­κίας. Αὐτό φαίνεται καί ἀπό τό νέο Πανεπι­στή­­μιο, ὅπου ἦταν πε­ρισσότεροι οἱ καθηγητές τῆς Ἑλ­ληνι­κῆς». [«Ἱστορία τοῦ Βυζαντινοῦ Κράτους» Τόμος πρῶτος, σελ. 118].
 
 

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙΑΣ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ

τοῦ Μάνου Ν. Χατζηδάκη

Τό ἔτος 529 μ.Χ. ὁ Ἰουστινιανός, μέ εἰδική διάταξη ἀπαγόρευσε τήν διδασκαλία μαθημάτων ἀπό “ἐθνικούς” διδα­σκά­­­λους. Αὐτό φωτο­γρά­φιζε κυρίως τήν Ἀκαδημία τῶν Ἀθηνῶν. Ὅπως γράφει ὁ χρο­νο­γράφος Ἰωάννης Μαλάλας: «…ἔπεμψεν εἰς Ἀθή­­νας, κελεύσας μη­δένα διδάσκειν φιλοσοφίαν, μήτε νόμιμα ἐξη­γεῖσθαι». Δηλαδή, κατά τόν Μίλτωνα Ἀνάστο «ἀπαγόρευε τή διδασκαλία τοῦ δικαίου καί τῆς φι­λοσοφίας στήν Ἀθήνα». [«Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους», Τόμος Ζ’, σελ. 337].
 
 

ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ & ΓΡΑΦΗ

τοῦ Μάνου Ν. Χατζηδάκη
 
Ἀπό τόν 7ο αἰώνα -πού ἡ ἑλληνική καθιερώνεται ὡς ἡ ἐπίση­μη γλῶσσα τοῦ Κράτους- διαμορφώνεται ἡ πρώ­ϊ­μη μεσαιωνική ἑλληνική, ἀποτέλεσμα κυρίως τῆς πνευ­ματικῆς ἀ­ναγεννήσεως κατά τόν 9ο καί 10ο αἰώνα. Πρό­κει­ται γιά ἄμεση ἐξέ­λι­ξη τῆς ἑλληνιστικῆς κοινῆς. Περισσότερο κοντά στήν ἑλλη­νι­­στι­κή κοινή βρίσκεται ἡ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας.
 
 

ΑΚΡΙΤΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ: ΤΑ ΔΗΜΩΔΗ ΕΠΗ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

τοῦ Μάνου Ν. Χατζηδάκη

Ὁ Κύκλος τῶν Ἀκριτικῶν Τραγουδιῶν ἀπο­τε­λεῖ­ται ἀπό τά πρῶτα γνωστά δημοτικά τραγούδια πού ἀνα­φέ­ρονται στά κα­τορθώματα τῶν ἀκριτῶν τῶν ἀνατολικῶν συ­νό­ρων στούς πο­λέ­μους κα­τά τῶν Ἀράβων ἀπό τόν 7ο μέχρι τόν 11ο αἰ­ώ­να, τῶν, κατά τόν Charles Diehl «πραγματικῶν Κλεφτῶν τοῦ μεσαίωνα» («Ἱστορία τῆς Βυ­ζα­ντι­νῆς Αὐ­τοκρατορίας», Τόμος Δ’ σελ. 645).